Καλωσόρισμα - Αρχαία Λαυρεωτική - Νεώτερο Μεταλλευτικό Λαύριο - Σύγχρονο Λαύριο
Περιβάλλον
-
Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου - Συνδέσεις - Χορηγοί


ΑΡΧΑΙΑ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ

Η Λαυρεωτική (γη) απλώνεται στο νοτιότερο κομμάτι της Αττικής και συμπίπτει περίπου με ένα νοητό τρίγωνο που ορίζουν το ακρωτήριο Σούνιο, ο όρμος Δασκαλιό  και ο κόλπος της Αναβύσσου. Το έδαφος της είναι ημιορεινό, άνυδρο και άγονο, αλλά το υπέδαφός της είναι πλούσιο σε μεταλλεύματα. Η  μεγάλη ποικιλία αυτών των μεταλλευμάτων κάνουν τη Λαυρεωτική μια από τις πιο αξιόλογες μεταλλοφόρες περιοχές της γης.
Tα μέταλλα, η επεξεργασία και εκμετάλλευσή τους, άλλαξαν την πορεία της ιστορίας του ανθρώπου. Μέχρι περίπου το 3000 π.Χ. σε όλο τον ελλαδικό χώρο οι αγροτικές νεολιθικές κοινότητες ακολουθούσαν την ήσυχη πορεία τους στηρίζοντας την ύπαρξή τους στην εργασία των μελών τους και τα προϊόντα της γης. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε από το υπέδαφος, όταν οι άνθρωποι ανακάλυψαν τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τα μέταλλα.
Ήδη πριν από το τέλος της νεολιθικής περιόδου η ανάπτυξη της μεταλλουργίας άρχισε να παίρνει διαστάσεις και χρυσά αντικείμενα και κοσμήματα κυκλοφορούσαν στη νοτιοανατολική Ευρώπη, στα Βαλκάνια, το Αιγαίο και την Μικρά Ασία. Τα χρυσά κοσμήματα έδιναν κύρος και γόητρο στους ιδιοκτήτες τους.
Η ανακάλυψη των μετάλλων και της μεταλλουργίας πρόσφερε νέες δυνατότητες με νέα εργαλεία και όπλα. Συσσωρεύεται πλούτος και ιδρύονται μεγάλες οχυρωμένες πόλεις. Παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις στις ακτές του ελλαδικού χώρου και της Μικράς Ασίας οχυρώνονται για να προστατεύουν το πολύτιμο μετάλλευμα.
Στη νότια Ελλάδα τα αρχαιότερα γνωστά μεταλλουργικά κέντρα αργύρου βρίσκονται στο Λαύριο και τη Σίφνο.

ΛΑΥΡΙΟ
 
arx1Τα ίχνη των πρώτων προσπαθειών εξόρυξης και επεξεργασίας μεταλλεύματος φτάνουν πίσω στην 3η χιλιετία π.Χ. Στις πλαγιές του λόφου Βελατούρι στο Θορικό υπάρχει στοά μεταλλείου που χρονολογείται γύρω στο 2500 π.Χ, ενώ λιθάργυροι, προϊόντα δηλαδή της καμίνευσης του αργυρούχου μολύβδου, βρέθηκαν σε εγκατάσταση των προϊστορικών χρόνων στην κορυφή του λόφου.
Αρχικά ο εντοπισμός κοιτασμάτων του αργυρούχου μολύβδου έγινε στην επιφάνεια του εδάφους σε διάφορα σημεία της Λαυρεωτικής. Ακολουθώντας τα κοιτάσματα αυτά αναγκάστηκαν να προχωρήσουν και στο υπέδαφος ανοίγοντας βαθιές στοές. Πέρασαν χιλιάδες χρόνια προσπάθειας και πειραματισμών για να φτάσουν στις μεγάλες τεχνικές εφευρέσεις του 6ου και 5ου αι. π.Χ. Τα φημισμένα μεταλλεία αργύρου του Λαυρίου υπήρξαν  πηγή πλούτου για την Πόλη των Αθηνών.

Στα τέλη του 7ου και τον 6ο αιώνα π.X. αρχίζει η ανάπτυξη της νομισματοκοποίας και το ασήμι είναι περιζήτητο. Το ασήμι του Λαυρίου χρησιμοποιείται για τα νομίσματα της Αθήνας, ενώ μέρος από τα έσοδα των μεταλλείων μοιράζεται στους πολίτες.  Όταν ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους, ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσουν την περσική απειλή, ήταν ο ισχυρός στόλος, αυτοί δέχθηκαν να παραχωρήσουν το μερίδιό τους για την ναυπήγηση πλοίων. Έτσι η μεγάλη νίκη του 480 π.Χ. στη Σαλαμίνα οφείλεται, σε μεγάλο μέρος, στο ασήμι του Λαυρίου.

H διάνοιξη των στοών και η εξόρυξη του μεταλλεύματος ήταν το πρώτο στάδιο μιας δύσκολης διαδικασίας μέχρι την εξαγωγή του αργύρου και του μολύβδου. Συμμετείχαν σ' αυτήν επιχειρηματίες και εργαζόμενοι με διαφορετικές ειδικότητες. Τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για την εξόρυξη ήταν το σφυρί (τύκος), το καλέμι (βελόνι), ο κασμάς, η τσάπα και το φτυάρι. Οι στοές συνοδεύονται από τα φρέατα, τα οποία ανοίγονταν για τον εντοπισμό του κοιτάσματος, τον εξαερισμό των υπόγειων δικτύων και την  μεταφορά του  μεταλλεύματος έξω  από  τις στοές.  O χώρος του μεταλλείου δηλωνόταν επί τόπου με την τοποθέτηση μιας λίθινης πλάκας ή με επιγραφή στα βράχια, όπου χαραζόταν το όνομα του επιχειρηματία.  

O αριθμός των   μεταλλείων   έφτασε τον 4ο αι. π.X. τα 100 και των εργαζομένων  τις 4000.  H τήρηση της νόμιμης διαδικασίας στην παραχώρηση και εκμετάλλευση των μεταλλείων καθώς και στην απόδοση των εσόδων  που αναλογούσαν  στο κράτος, εξασφαλιζόταν με τους μεταλλικούς νόμους και τη λειτουργία του μεταλλικού δικαστηρίου.

Οι βασικές   εγκαταστάσεις για την επεξεργασία του μεταλλεύματος ήταν τα εργαστήρια εμπλουτισμού-καθαρισμού και τήξεως. Το μετάλλευμα,  μετά την εξόρυξη, μεταφερόταν στα εργαστήρια, όπου γινόταν  η θραύση με   κοπάνους και  μετά η λειοτρίβηση  σε τριβεία.
H διαδικασία αυτή ήταν απαραίτητη για το διαχωρισμό των πλούσιων κόκκων του  μεταλλεύματος  από τους φτωχούς. Aκολουθούσε ο εμπλουτισμός ή καθαρισμός του  μεταλλεύματος στα επίπεδα και ελικοειδή πλυντήρια, όπου γινόταν ο καθαρισμός. Το νερό, ρέοντας  πάνω στο  μετάλλευμα, παρασύρει τους ελαφρείς φτωχούς κόκκους.
H διαδικασία  αυτή εφαρμόστηκε με τα ξύλινα ρείθρα στα επίπεδα πλυντήρια και αποτελεί σημαντική τεχνική εφεύρεση, προκειμένου να εξαχθεί πλουσιότερο μετάλλευμα με την μικρότερη δυνατή δαπάνη.

H τήξη του μεταλλεύματος αποσκοπούσε στη λήψη του αργυρούχου μολύβδου και του αργύρου ακολουθώντας τρεις φάσεις: Στην πρώτη φάση, σε φρεατώδεις καμίνους και με καύσιμη ύλη το κάρβουνο, παραγόταν ο αργυρούχος μόλυβδος και  οι σκωρίες. Σε μια δεύτερη φάση, την κυπέλλωση, με καύσιμη ύλη ξύλο, παραγόταν άργυρος και λιθάργυρος (οξείδιο του μολύβδου). H τρίτη φάση σκόπευε στην τήξη του λιθαργύρου με καύσιμη ύλη το κάρβουνο γιά παραγωγή εμπορεύσιμου μολύβδου, ο οποίος διοχετευόταν  στο εμπόριο γιά την κατασκευή συνδέσμων, σωλήνων, σταθμίων και διάφορων άλλων αντικειμένων. 

Λόγω των φθαρτών υλικών κατασκευής και των συχνών επισκευών είναι πολύ λίγες οι κάμινοι που διασώθηκαν. Σώζονται στα Mεγάλα Πεύκα, στο Θορικό, στο Λιμάνι Πασά-Aσημάκη και την Πουνταζέζα. Oρισμένες κάμινοι της δεύτερης φάσης κατασκευάζονταν στις ακτές, επειδή κατά την τήξη ήταν απαραίτητη η χρήση της άμμου.

Η λειτουργία των μεταλλείων σε όλη σχεδόν την έκταση της Λαυρεωτικής και η   παρουσία πολλών εργαζομένων και επιχειρηματιών είχε σαν επακόλουθο δραστηριότητες παράλληλες και απαραίτητες για τη λειτουργία των εργαστηρίων, όπως το εμπόριο ειδών διατροφής, το εμπόριο καύσιμης ύλης για τις καμίνους και κυρίως,  οι αγοραπωλησίες και εκμισθώσεις δούλων. Το ίδιο γινόταν και τον 19ο αιώνα, όταν αγρότες  από την Kερατέα και τα Mεσόγεια κατέβαιναν  στο Λαύρειο γιά  να πουλήσουν τα προϊόντα τους στους εργάτες των μεταλλευτικών εταιρειών. Οι εταιρείες, όπως π.χ. η Γαλλική Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρείου, στις   εγκαταστάσεις της στο Λαύρειο, είχαν παντοπωλεία για τους εργάτες τους. Παντοπωλεία υπήρχαν επίσης κοντά στις εγκαταστάσεις των  μεταλλείων. Kάτι παρόμοιο μπορούμε  να υποθέσουμε ότι συνέβαινε και στην αρχαιότητα.   

«ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΕΣ  ΓΛΑΥΚΕΣ»

Με το όνομα αυτό ήσαν γνωστά  στην αρχαιότητα τα αθηναϊκά τετράδραχμα που έφεραν την κεφαλή της Αθηνάς και τη γλαύκα. Τα νομίσματα αυτά χάρη στην καθαρότητα του λαυρεωτικού αργύρου από τον οποίο ήσαν καμωμένα, είχαν σταθερή αγοραστική αξία και εθεωρούντο στην αρχαιότητα από τα πιο ισχυρά διεθνή νομίσματα

12

 

ΑΡΧΑΙΟΙ ΔΗΜΟΙ


Παρόλο που η Λαυρεωτική έγινε γνωστή κυρίως για τα μεταλλεία, είναι το ίδιο σημαντική για την συμβολή της στην ιστορία της εξέλιξης των αττικών δήμων. Όπως είναι γνωστό, στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. η διοικητική μεταρρύθμιση του Κλεισθένη και η δημιουργία των δήμων έθεσαν τα θεμέλια για την εδραίωση της άμεσης δημοκρατίας. Στη Λαυρεωτική αναπτύχθηκαν πέντε δήμοι, του Θορικού, του Σουνίου, της Βήσσας, της Αμφιτροπής και της Αναφλύστου. Κατάλοιπα αυτών των δήμων, οικισμοί, αγορές, νεκροταφεία, ιερά, δρόμοι, σώζονται σε όλη την περιοχή και μας δίνουν πολλά στοιχεία για τη χωροταξική διάρθρωση, την καθημερινή ζωή, τις οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες των κατοίκων.
Η περιοχή κατοικείται ήδη από τη νεολιθική περίοδο (γύρω στο 4500 π.Χ.). Οικισμοί της προϊστορικής περιόδου υπάρχουν στο Θορικό, στο Λιμάνι Πασά και στο σπήλαιο του Κίτσου στην Καμάριζα.  Στο Λιμάνι Πασά, μάλιστα, κοντά στην ακτή, αποκαλύφθηκε μεγάλο συγκρότημα αγοράς, εκτάσεως 3150 τ.μ., κέντρο οικισμού που ανήκε στο δήμο του Σουνίου και αναπτύχθηκε από την κλασική ως τη ρωμαϊκή περίοδο.

Στις περιοχές της Πουνταζέζας και της Πανόρμου υπήρχαν αγροικίες, αγροτικές εγκαταστάσεις και εργαστήρια.

Στην Αγριλέζα βρίσκονται τα λατομεία από τα οποία εξορύχθηκε το μάρμαρο για την οικοδόμηση του ναού του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Στην ίδια περιοχή υπάρχουν μεγάλες αγροικίες με πύργους των πλουσίων γαιοκτημόνων του Σουνίου.

Μετά τον 4ο αι. π.Χ. αρχίζει η παρακμή των μεταλλείων που ακολουθούν την πορεία της πόλης των Αθηνών. Εγκαταλείπονται και συνεχίζονται μόνο μικρές εργασίες εξόρυξης και επεξεργασίας μέχρι και τον 6ο-7ο αι. μ.Χ. Στο Λαύριο υπάρχει μεγάλος οικισμός την εποχή αυτή, όπως αποδεικνύεται από την παλαιοχριστιανική βασιλική σε ψηλό λόφο κοντά στην θάλασσα και από μεγάλο νεκροταφείο στην Πάνορμο. Ασήμι από το Λαύριο χρησιμοποιήθηκε και στο ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Την εποχή της τουρκοκρατίας η περιοχή παρακμάζει.

Το Λαύριο θα ξανακάνει δυναμικά την εμφάνισή του στην ιστορία μετά το 1860, όταν ο μηχανικός Ανδρέας Κορδέλλας θα αναγνωρίσει τη σημασία των μεταλλείων του και θα ιδρυθούν εκεί μεταλλευτικές εταιρείες.

ΣΟΥΝΙΟ

3Με το Λαύρειο και τα μεταλλεία συνδέεται το Σούνιο με τα μεγάλα ιερά του Ποσειδώνα και της Αθηνάς. Το όνομα Σούνιον είναι πολύ σπάνιο και προέρχεται από παλαιότερους τύπους του ρήματος «σώζω» με την έννοια του φυλάσσω, διασφαλίζω, μια ιδιότητα που αποδίδεται σε μια θέση σημαντική για την ασφάλεια των θαλάσσιων μετακινήσεων, αλλά και για την προστασία της ενδοχώρας της μεταλλοφόρας Λαυρεωτικής και εκφράστηκε με την εγκαθίδρυση λατρείας στον χώρο αυτό από την απώτερη αρχαιότητα.

Tο ακρωτήριο του Σουνίου είναι ένας απόκρημνος βράχος που υψώνεται εξήντα μέτρα πάνω από την θάλασσα. Ως ιερός τόπος αναφέρεται για πρώτη φορά στα ομηρικά έπη. Στο ταξίδι της επιστροφής από την Τροία, ο κυβερνήτης του πλοίου του βασιλιά Μενέλαου της Σπάρτης, Φρόντις Ονητορίδης, πεθαίνει χτυπημένος από τα βέλη του θεού Απόλλωνος και η ταφή του γίνεται στο Σούνιο. Υπαίθρια λατρεία υπάρχει στο χώρο αυτό από τους μυκηναϊκούς χρόνους. Γύρω στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. στην κορυφή του ακρωτηρίου στήθηκαν τέσσερεις κολοσσιαίοι μαρμάρινοι κούροι, που ήταν ορατοί από τους ναυτικούς και τους ταξιδιώτες που περνούσαν από το Σούνιο ταξιδεύοντας στο Αιγαίο. Ήταν προσφορές πλούσιων πλοιοκτητών και ναυτικών αλλά και κατοίκων του Σουνίου στον Δία και τον Ποσειδώνα, το θεό που εξουσίαζε την θάλασσα. Στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. άρχισε η οικοδόμηση μεγάλου μαρμάρινου δωρικού ναού αφιερωμένου στον Ποσειδώνα, πάνω στα θεμέλια παλαιότερου πώρινου ναού που καταστράφηκε από τους Πέρσες στην κάθοδό τους προς την Αττική. Η γλυπτή διακόσμηση του ναού είχε θέματα από την Κενταυρομαχία και την Γιγαντομαχία.

ΘΟΡΙΚΟΣ

12Η περιοχή του Λαυρίου συνδέεται με αρκετούς μύθους. Ο Θορικός υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς οικισμούς της Λαυρεωτικής και ένα από τα μυκηναϊκά βασίλεια της Αττικής. Γνωστός βασιλιάς του Θορικού ήταν ο Κέφαλος που σκότωσε κατά λάθος τη γυναίκα του Προκρίδα με ένα δόρυ που δεν έχανε ποτέ τον στόχο, δώρο του Δία. Σήμερα, από τον αρχαίο αυτό δήμο σώζονται αρκετά κατάλοιπα. Από τα πιο εντυπωσιακά, είναι η στοά, η αρχαιότερη μεταλλευτική στοά της περιοχής (3000 π.Χ.),  ο οικισμός, γνωστός και ως «βιομηχανική πόλη», καθώς και  το θέατρο που θεωρείται μοναδικό για το ιδιόμορφο ελλειψοειδές σχήμα του (τέλη 6ου-5ου αι. π.Χ.).

 

 

Καλωσόρισμα | Αρχαία Λαυρεωτική | Νεώτερο Μεταλλευτικό Λαύριο | Σύγχρονο Λαύριο
Περιβάλλον |
Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου | Συνδέσεις

Hosted & Designed by Cyberia