Καλωσόρισμα - Αρχαία Λαυρεωτική - Νεώτερο Μεταλλευτικό Λαύριο - Σύγχρονο Λαύριο
Περιβάλλον
-
Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου - Συνδέσεις - Χορηγοί


ΝΕΩΤΕΡΟ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΟ ΛΑΥΡΙΟ

ΤΟ ΛΑΥΡΙΟ

Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ποιο ήταν ακριβώς το μέρος της Αττικής που οι αρχαίοι ονόμαζαν Λαύριο. Ούτε οι αρχαίοι γεωγράφοι και συγγραφείς αλλά ούτε και οι έμπειροι ταξιδιώτες και περιηγητές και 17ου αιώνα μπορούν να λύσουν την απορία μας. Πολλοί πιστεύουν ότι η ονομασία προέρχεται από  την αρχαία  λέξη λαύρα που σημαίνει διάδρομος, ρύμη (στενός δρόμος) αλλά και φλόγα, δηλαδή τόπος γεμάτος στοές ή τόπος όπου καίνε φωτιές.  Όπως και νάχει το θέμα, η πόλη του σημερινού Λαυρίου ονομαζόταν, μέχρι τουλάχιστον τα τέλη του 19ου αιώνα,  Εργαστήρια ή Πόρτο Εργαστηράκια, και αργότερα πήρε το σημερινό της όνομα.

1Η ιστορία του νεότερου Λαυρίου αρχίζει από τη στιγμή που την περιοχή επισκέπτεται ο Ανδρέας Κορδέλλας,  γεωλόγος-μηχανικός από τη Σμύρνη, σπουδαγμένος στο περίφημο Πανεπιστήμιο του Φράιμπεργκ της Γερμανίας.  Ο Κορδέλλας χτενίζει τη Λαυρεωτική γη από άκρη σε άκρη και το έμπειρο μάτι του διακρίνει  μονομιάς το θησαυρό που κρύβεται εκεί. Στη λεπτομερή αναφορά του προς το Ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών σημειώνει  ότι οι σωροί των σκουριών, του  άχρηστου  δηλαδή μεταλλεύματος  που απέμενε μετά την καμίνευση του χρήσιμου μεταλλεύματος κατά την  αρχαιότητα, έφθαναν το 1.500.000 τόνους και είχαν 10 % περιεκτικότητα ακόμη σε μολύβι, μπορούσαν δηλαδή να δώσουν 50 γρ. άργυρο ανά τόνο, Παράλληλα, ένα άλλο πεταμένο υλικό, οι εκβολάδες, τα χονδρά φτωχά μεταλλεύματα που οι αρχαίοι είχαν ξεδιαλέξει με τα χέρια ως άχρηστα, μαζί με τους πλυνίτες, το τριμμένο φτωχό μετάλλευμα,  έφθαναν αντίστοιχα τους 1.000.000 τόνους και 9.000.000 τόνους με 6,75% περιεκτικότητα σε μόλυβδο και μπορούσαν να δώσουν 140 γρ. άργυρο ανά τόνο.

ΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

Η Ελληνική Πολιτεία φαίνεται να διστάζει ή να μη κατανοεί τη σημασία της ανακάλυψης του Κορδέλλα, Όμως, το 1864, ο Ιταλός I. B.Serpieri, που είχε την εμπειρία της εκμετάλλευσης των σκουριών ρωμαϊκής εποχής στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας και είχε ήδη δει δείγματα του υλικού του Λαυρίου που είχαν φθάσει στη Σαρδηνία ως έρμα κάποιου εμπορικού πλοίου, αντιλαμβάνεται αμέσως τη σημασία του πράγματος και ιδρύει στη θέση Εργαστήρια, κοντά στο λιμάνι, την ιταλο-γαλλική  μεταλλουργική εταιρεία Roux-Serpieri-Fressynet  C.E., την πρώτη μεταλλουργική εταιρεία στην Ελλάδα με καμίνους τύπου Καστιλιάνου, μικρά πλυντήρια, μηχανουργείο και σιδηρόδρομο για τη μεταφορά των σκωριών και των εκβολάδων. Έτσι, το 1865, μετά από τόσους αιώνες, παράγεται στο Λαύριο και πάλι ο αργυρούχος μόλυβδος. Είναι η χρονολογία ορόσημο για τη γέννηση του Νεότερου Λαυρείου.

Αξίζει να διαβάσουμε τα όσα γράφει ο Κορδέλλας στη χαρακτηριστική για την εποχή εκείνη γλώσσα: «Και επιτέλους η ατμομηχανή ήρξατο λειτουργούσα και παράγουσα άφθονον πεπιεσμένον αέρα, αι κάμινοι επληρώθησαν σκωριών και οπτανθράκων, εκ δε της τετηκυίας μάζης, ήτις έρρεεν ως διάπυρος πηλός απεχωρίζετο ο μόλυβδος. Την 3 Μαρτίου 1865, ότε διεγέλα μεν η ημέρα εκ των πρώτων του ηλίου ακτίνων, διεγέλων δε τα πρόσωπα ημών εκ της φαιδρότητος, ήλθεν ο σεβασμιώτατος κα αείμνηστος μητροπολίτης Θεόφιλος περιβεβλημένος την απαστράπτουσαν αρχιερατικήν στολήν, ιστάμενος δε παρά τας καμίνους ηυλόγει και ηγίαζεν αυτάς ως και τον παραχθέντα μόλυβδον, όστις δια κοχλυαρίων χυθείς εντός τύπων απετέλει δελφίνα (χελώνα) φέροντα την επιγραφήν «Ελλάς».

2Η εταιρεία Roux-Serpieri-Fressynet  C.E., δεν περιορίζεται μόνο στην εκμετάλλευση των σκωριών,  προχωρεί και στην εξόρυξη υπόγειου μεταλλεύματος σε έκταση παραχωρημένη από το ελληνικό δημόσιο, που συνολικά φθάνει τα 15.000 στρέμματα και επιπλέον προσπαθεί να οικειοποιηθεί τις σκουριές της Κοινότητας Κερατέας και της Μονής Πεντέλης αλλά και τις εκβολάδες. Αυτό την φέρνει αντιμέτωπη με το ελληνικό κράτος με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το περίφημο «Λαυρεωτικό Ζήτημα» που  πήρε τεράστιες διαστάσεις και έφθασε στο σημείο να απειλείται η Ελλάδα με βομβαρδισμό από γαλλικά πλοία. Τελικά το ζήτημα λύθηκε με συμβιβασμό: Η εταιρεία  Roux-Serpieri-Fressynet  αγοράσθηκε από τον Ανδρέα Συγγρό αντί 11.500.000 χρυσών φράγκων  για την επεξεργασία των σκωριών και των εκβολάδων και μετονομάσθηκε σε Εταιρεία των Μεταλλουργείων Λαυρίου (Ελληνική)  και ο Σερπίερι ίδρυσε το 1875 την Companie Francaise de Mines du Laurium (Γαλλική) στη θέση Κυπριανός με αντικείμενο την εκμετάλλευση των μεταλλείων του Λαυρίου.
Οι δύο εταιρείες, παρόλο που ιδρύθηκαν την ίδια εποχή, δεν είχαν την ίδια πορεία: Το 1917 η Ελληνική Εταιρεία, όταν εξαντλείται το προς εκμετάλλευση υλικό, σταματά τις εργασίες της και το 1930 εκποιεί (πουλά) τις εγκαταστάσεις της. Αντίθετα, η Γαλλική εταιρεία λειτουργεί μέχρι το 1982, οπότε και νοικιάζει τις εγκαταστάσεις της στην Ελληνική Μεταλλουργική Εταιρία, η οποία θα κλείσει και αυτή οριστικά το 1989.

Η Ελληνική και η Γαλλική εταιρεία παρήγαγαν αργυρούχο μόλυβδο και τα υποπροϊόντα του, επίσης πεφρυγμένη καλαμίνα και μαγγανούχο σίδηρο. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Γαλλική Εταιρεία παρήγαγε στο Λαύριο και άργυρο. Για τις ανάγκες των εργασιών χτίσθηκαν κάμινοι, μεταλλοπλύσια, μηχανουργεία, χυτήρια, διάφορα βιομηχανικά κτήρια, κατοικίες αρχοντικές και εργατικές αλλά και δημιουργήθηκαν  εγκαταστάσεις λιμενικές και σιδηροδρομικές. Οι δραστηριότητες των δύο αυτών εταιρειών έκαναν το Λαύριο στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου ένα από τα σπουδαιότερα μεταλλευτικά κέντρα της Ευρώπης. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι στο Λαύριο είχαν τα προξενεία τους επτά ευρωπαϊκά κράτη και ότι το 1899 κατέπλευσαν στο λιμάνι του 231 ατμόπλοια. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο  ότι μια μεταλλοφόρος περιοχή του Μίτσιγκαν των Η.Π.Α. ονομάσθηκε Λαύρειον (1889).

 

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ – ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Το νεότερο Λαύριο, σήμερα, 130 χρόνια μετά τη γέννησή του, διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τα κτήρια και το μηχανολογικό εξοπλισμό των εργοστασίων που σημάδεψαν την ιστορία του. Ολόκληρη η πόλη μοιάζει με ένα ανοικτό  μουσείο βιομηχανίας, που σπάνια κανείς συναντά όμοιό του σε όλη την Ευρώπη.
Οι εγκαταστάσεις που κτίσθηκαν για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της μεταλλουργίας, τα μεταλλοπλύσια (πλυντήρια), οι φούρνοι, οι επιπλεύσεις, οι ενεργειακοί σταθμοί, τα χημεία, τα μηχανουργεία,  οι αποθήκες υλικών,
τα ορυχεία, τα πηγάδια, ο σιδηρόδρομος και οι λιμενικές κατασκευές παρουσιάζουν ένα πανόραμα της βιομηχανικής εξέλιξης στην Ελλάδα. Παράλληλα, τα λίγα κτήρια που απέμειναν από την Ελληνική Εταιρεία και  τα 39 συνολικά κτήρια της Γαλλικής Εταιρείας που διατηρούνται σχεδόν άθικτα στην περιοχή του Κυπριανού, εκεί όπου σήμερα είναι το  Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου, μας δίνουν μια εικόνα της εξέλιξης της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα .

Τα περισσότερα κτήρια σχεδιάστηκαν από Γάλλους μηχανικούς  στον τύπο των μεγάλων στεγασμένων βιομηχανικών χώρων που κατασκευάζονταν στα τέλη του 19ου αιώνα και σε άλλες βιομηχανικές πόλεις της Ελλάδας, όπως  στον Πειραιά, την Πάτρα και την Ερμούπολη της Σύρου. Κεραμοσκέπαστες  αίθουσες, κτισμένες η μια δίπλα στην άλλη,  έχουν στη πρόσοψη  τόξα από λευκό  μάρμαρο και κόκκινο τούβλο  και στρογγυλούς φεγγίτες, τα «μάτια του βοδιού», όπως λέγονται χαρακτηριστικά. Και από μέσα, αντί για τοίχους, υποστυλώματα από χυτοσίδηρο που διπλασίαζαν ή και τριπλασίαζαν το χώρο.

  • Πλυντήρια (Μεταλλοπλύσια)

Το Πλυντήριο της Γαλλικής Εταιρείας

Τα κτήρια αυτά όπου γινόταν ο υδρομηχανικός εμπλουτισμός του μεταλλεύματος, ήταν πολύ ιδιαίτερα, γιατί έπρεπε να αξιοποιηθεί η βαρύτητα για τα διαφορετικά στάδια της εργασίας. Γι΄ αυτό και τα βλέπουμε να κατηφορίζουν κλιμακωτά από το λόφο του Καβοδόκανου. Πέντε κτήρια με τις δίρριχτες στέγες τους, χτισμένα το 1895, διατηρούνται σήμερα αναστηλωμένα από το Ε.Μ.Π. Χαρακτηριστικοί είναι  οι πέτρινοι τοίχοι τους οι ενισχυμένοι με πεσσούς από μάρμαρο και συμπαγές τούβλο, για να αντέχουν το μεγάλο ύψος, τα ενδιάμεσα πατάρια αλλά και το βαρύ μηχανολογικό εξοπλισμό.

Το Πλυντήριο της Ελληνικής Εταιρείας

Το ατμοκίνητο Μεταλλοπλύσιο της Ελληνικής Εταιρείας, χτισμένο στα 1873 στη θέση Νόρια, κοντά στο σημερινό Λύκειο, με σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα Λούριχ, ήταν ένα από τα μεγαλύτερα και τελειότερα της Ευρώπης. Χτίστηκε σ΄ αυτό το σημείο, επειδή υπήρχαν άφθονα υπόγεια νερά, απαραίτητα για τον εμπλουτισμό του μεταλλεύματος.  Η συνολική στεγασμένη επιφάνεια του πλυντηρίου που είχε σχήμα Ε, ήταν 3.350 τ.μ. Εδώ εργάζονταν νυχθημερόν γύρω στα 500 άτομα και επεξεργάζονταν 1000 τόνους εκβολάδων την ημέρα. Αξιοσημείωτο είναι, ότι στη δυτική του πτέρυγα υπήρχαν δύο μεγάλοι στρόβιλοι παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Από τις ηλεκτρικές αυτές μονάδες ηλεκτροφωτίστηκε για πρώτη φορά  η πόλη του Λαυρίου το 1882. Διαφέρει αρχιτεκτονικά από το προηγούμενο, γιατί η στέγη του είναι καμπύλη και τα παράθυρά του τοξωτά. Δυστυχώς, σήμερα σώζεται μόνο η πρόσοψή της κεντρικής αποθήκης του. Με τα αψιδωτά ανοίγματα ανάμεσα στις  λευκές παραστάδες και το τοξοειδές αέτωμα μοιάζει σαν ένα σκηνικό θεάτρου. Από το συγκρότημα του Μεταλλοπλυσίου  σώζεται και ένα μικρό κτήριο, γραφείο ή θυρωρείο, στο οποίο στεγάζεται το Ορυκτολογικό Μουσείο Λαυρίου.
Σήμερα, η μεγάλη έκταση η διάσπαρτη με τα ερείπια του Μεγάλου Μεταλλοπλυσίου της Ε.Μ.Ε.Λ ζωντανεύει κάθε Αύγουστο με τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που διοργανώνει  εκεί ο Δήμος Λαυρίου.
.

  • Μηχανουργεία

Το μηχανουργείο της Γαλλικής Εταιρείας

Σώζεται σε καλή κατάσταση και είναι ευτύχημα που διατηρούνται ακόμη στη θέση τους μια πρέσσα-εξολκέας, ένα δράπανο, μια όρθια πλάνη, μια αντλία νερού, καθώς και  το σύστημα των αξόνων και των τροχαλιών στην οροφή που έδιναν κίνηση σε όλο το τμήμα. Σήμερα, ξεχασμένα από το χρόνο φαντάζουν σαν μια εικαστική παρέμβαση στο χώρο. Συγκίνηση αισθάνεται κανείς να διαβάζει την επιγραφή κάποιου τόρνου LAURIUM 1890 C.F.M.L.

Το μηχανουργείο της Ελληνικής Εταιρείας.

Στο μηχανουργείο της Ελληνικής Εταιρείας που σώζεται αναστηλωμένο από το Δήμο στα δυτικά του λιμανιού, κατασκευάζονταν μηχανήματα και διάφορα εξαρτήματα χρήσιμα για τις επισκευές, ακόμη και του σιδηροδρόμου και των πλοίων που αγκυροβολούσαν στο λιμάνι. Εκεί μαθήτευαν και πολλοί τεχνίτες που αργότερα έπιαναν δουλειά σε άλλη μέρη της Ελλάδος. Από όλον τον εξοπλισμό  που ήταν εφάμιλλος των ευρωπαϊκών, δυστυχώς, σήμερα δεν σώζεται τίποτε.

  • Κάμινοι

 Οι κάμινοι, δηλαδή τα καμίνια, μέσα στα οποία έλιωνε το μετάλλευμα σε μεγάλες θερμοκρασίες, για να γίνει η εξαγωγή του θειούχου μολύβδου,
χρησιμοποιούσαν το ισπανικό σύστημα Καστιλιάνου (horno Castellano), το οποίο με το πέρασμα του χρόνου προσαρμόζονταν στις νέες τεχνολογίες. Έτσι, μέχρι το 1908 ήταν του τύπου Piltz. Τέτοιου τύπου ήταν τα 14 καμίνια της Ελληνικής Εταιρείας που, δυστυχώς, δεν σώζονται πια, εκτός από μια βάση τους στη νότια πλευρά του λιμανιού. Αργότερα, χρησιμοποιήθηκε ο πολύ πρωτοποριακός αμερικάνικος τύπος W.J. (Water Jacket) με υδρόψυκτα τοιχώματα.
Οι κάμινοι Καστιλιάνου, για να προλάβουν την παραγωγή, δούλευαν μέρα-νύχτα, ανά εξάωρα, και στ΄ αυτό το διάστημα μπορούσαν να χωνεύσουν μισό τόννο σκουριών ή μεταλλεύματος. Για τη λειτουργία τους ήταν  απαραίτητη η παρουσία καμινευτή και ενός βοηθού.

  • «Σκάλες»

Από τις πιο χαρακτηριστικές βιομηχανικές κατασκευές του Λαυρίου, παρόλο ότι δεν τις συναντάμε μέσα στην πόλη, αλλά στο λιμάνι, είναι οι σκάλες. Πρόκειται για μεταλλικές γέφυρες που στηρίζονται σε ισχυρά πέτρινα θεμέλια και διαθέτουν γερανούς για το φόρτωμα του μεταλλεύματος στα πλοία.
Σ΄ αυτές κατέληγαν και οι σιδηροτροχιές του τραίνου. Θεωρούνται  από τα πιο προχωρημένα λιμενικά έργα για την εποχή τους.

  • Καπναγωγοί (καμινάδες)

Οι καμινάδες, για τη συλλογή των καπνών,  καθώς ήσαν ψηλές, αποτελούσαν τα τοπόσημα του Λαυρίου που ο επισκέπτης τα ξεχώριζε από μακριά.
Ο καπναγωγός της Ελληνικής Εταιρείας που κατέληγε σε δύο λιθόκτιστες καμινάδες, είχε 1700 μ. μήκος. Δυστυχώς, κατεδαφίστηκε το 1944 από τους Γερμανούς, επειδή αποτελούσε στόχο για τα εγγλέζικα αεροπλάνα. Σήμερα μπορεί κανείς να δει μόνο τη βάση του. Αντίθετα, οι μικρότερες καμινάδες της Γαλλικής Εταιρείας διατηρούνται μέχρι σήμερα.

  • Φρέατα - Στοές

Τα φρέατα, δηλαδή τα πηγάδια που οδηγούσαν στις υπόγειες στοές, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές  κατασκευές του Λαυρίου. Απλώνονται σε όλην την έκταση της Λαυρεωτικής, από το ακρωτήριο του Σουνίου,  έως την Κερατέα.  Είναι πολλές εκατοντάδες και αρκετές  φορές, κατασκευασμένα πάνω σε αρχαία φρέατα.  Πάνω από τα στόμιά τους υψώνονταν σιδερένιες υπερκατασκευές με  ανελκυστήρες και τροχαλίες,  οι «γάβριες».  Με αυτές ανεβοκατέβαζαν τους εργάτες και τα βαγονέτα με το μετάλλευμα. Όλα τα φρέατα συνδέονταν μεταξύ τους με ένα σύστημα σιδηροτροχιών για τη μεταφορά του μεταλλεύματος.
Από τα πιο εντυπωσιακά είναι το Φρέαρ  Serpieriστην Καμάριζα (αρχαία Μαρώνεια), κατασκευασμένο το 1876 πάνω σε αρχαίο φρέαρ. Εδώ ο μηχανικός Α. Κορδέλας ανακάλυψε την καλαμίνα (ανθρακικός ψευδάργυρος) που έδωσε ώθηση στις εργασίες της εταιρείας του Σερπιέρι.Το φρέαρ έχει μέγιστο βάθος 170 μ. και διαθέτει 6 υπόγεια πατώματα και υπόγειες στοές που ξεπερνούν σε συνολικό μήκος τα 50 χιλιόμετρα. Από το όλο συγκρότημα, εκτός από τη γάβρια, σώζονται ακόμα η γέφυρα μεταφοράς του μεταλλεύματος στα βαγόνια, τα γραφεία της εταιρείας, το σχεδιαστήριο, η σιδερένια δεξαμενή νερού για το τρένο, καθώς και απομεινάρια των αποθηκών.
Άλλα σημαντικά φρέατα που επίσης σώζονται, είναι τα Μπερτζέκας-Ιλαρίων, Βίλια, Λουίζα και Σκλίβες.

 

ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΣΑ – ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΙ

Τις ανάγκες  μεταφοράς ανθρώπων και υλικών στο Λαύρειο εξυπηρετούσε ο σιδηρόδρομος, καθώς ήταν το ασφαλέστερο και ταχύτερο μέσο τον 19ο αι. και στις αρχές του 20ου αι. Υπήρχαν δύο σιδηροδρομικά δίκτυα. Το ένα ήταν οι «Σιδηρόδρομοι Αττικής» και το άλλο τα «Τοπικά σιδηροδρομικά δίκτυα».

Οι Σιδηρόδρομοι Αττικής κατασκευάσθηκαν από την Ελληνική Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρίου το 1885 και συνέδεαν την Αθήνα με το Λαύρειο. Στην αρχή, ο σταθμός τους στην Αθήνα βρισκόταν στην Πλατεία Αττικής, αλλά το 1889 μεταφέρθηκε κοντά στην Ομόνοια, στην πλατεία Λαυρείου, η οποία γι΄ αυτό και ονομάσθηκε έτσι. Είχε δύο γραμμές. Η μια γραμμή ξεκινούσε από την Αθήνα και έφθανε στην Κηφισιά και η  άλλη αποτελούσε μια διακλάδωση που ξεκινούσε από το Ηράκλειο, διέσχιζε το Κορωπί, το Μαρκόπουλο, την Κερατέα και κατέληγε στο Λαύρειο. Ακόμα και σήμερα, μπορεί κανείς να δει στις πόλεις αυτές τα χαριτωμένα κτήρια των σταθμών του σιδηροδρόμου. Η διαδρομή Αθήνα-Λαύρειο είχε συνολικά μήκος 64 χιλιόμετρα.
Αργότερα, το 1925, τη γραμμή Αθήνα-Κηφισιά ανέλαβαν οι Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι, είναι ο γνωστός μας «ηλεκτρικός», ενώ τη δεύτερη γραμμή, Ηράκλειο-Λαύρειο, την εξαγόρασαν το 1929 οι  Σιδηρόδρομοι Πειραιώς-Αθηνών-Πελοποννήσου (Σ.Π.Α.Π.).

Τα μικρά τοπικά σιδηροδρομικά δίκτυα ήσαν δύο και κατασκευάσθηκαν πριν από τον Αττικό Σιδηρόδρομο, κατά τη δεκαετία του 1870, για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των μεταλλελυτικών εταιρειών του Λαυρείου: ένα για την Ελληνική και ένα για τη Γαλλική εταιρεία.
Υπήρχε το κύριο σιδηροδρομικό δίκτυο, με φορτηγά βαγόνια που τα έσερναν ατμομηχανές  και  χρησίμευε για τη μεταφορά του μεταλλεύματος από τον τόπο εξόρυξης μέχρι το εργοστάσιο και στην συνέχεια, από το εργοστάσιο μέχρι το λιμάνι. Στην ίδια γραμμή, με επιβατικά βαγόνια, μεταφερόταν  και το προσωπικό της κάθε εταιρείας. Παράλληλα, υπήρχαν βοηθητικές
γραμμές, στενότερες από τις προηγούμενες, οι οποίες χρησίμευαν για τη μεταφορά του μεταλλεύματος μεβαγονέτα από το εσωτερικό των φρεάτων μέχρι το σημείο φόρτωσης στα μεγάλα βαγόνια,  ώστε να μεταφερθεί, στη συνέχεια, με το κύριο δίκτυο, στο εργοστάσιο επεξεργασίας. Τα βαγονέτα τα έσερναν ζώα ή τα έσπρωχναν με τα χέρια. Παρόμοιες γραμμές με βαγονέτα υπήρχαν και στα διάφορα τμήματα  των εργοστασίων για τις εσωτερικές μεταφορές, αλλά και στο λιμάνι.

Οι σιδηροδρομικές γραμμές του Λαυρίου, κύριες και βοηθητικές, έμοιαζαν με ένα δαιδαλώδες πλέγμα που κάλυπτε όλη την περιοχή και αποτελούσε ένα μοναδικό φαινόμενο, όχι μόνον για την Ελλάδα. Ακόμη και σήμερα διακρίνονται σε διάφορα σημεία της πόλης.

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ  

Το λιμάνι του Λαυρίου –γνωστό ως «Λιμάνι Εργαστηρίων» ή «Πόρτο Εργαστηριάκια» – από τη δεκαετία του 1860, όταν αρχίζει η εγκατάσταση τμημάτων των Μεταλλουργικών Εταιρειών στην περίμετρό του, αναδιαμορφώνεται και αποκτά πανελλήνιo και διεθνή χαρακτήρα.
Στα τέλη του 19ου και ως τις αρχές του 20ου αιώνα,  ήταν το μοναδικό ελληνικό λιμάνι που μπορούσε να δεχθεί μεγάλα ατμόπλοια. Αναφέρεται ότι στα τέλη του 19ου αι.  έφθαναν καθημερινά 120 ατμόπλοια για να μεταφέρουν καύσιμα και άλλες προμήθειες και να παραλάβουν μεταλλουργικά προϊόντα.
Στις αποβάθρες του και στις γύρω εγκαταστάσεις, συνωστίζονταν άνθρωποι από όλα τα μέρη της Ευρώπης. Τρικάταρτα πλοία από την Αγγλία μετέφεραν κάρβουνο, ατμόπλοια φόρτωναν τον αργυρούχο μόλυβδο για τη Γαλλία, Αγγλία, Ολλανδία, ενώ δύο ατμόπλοια, ένα ελληνικό και ένα γαλλικό, εκτελούσαν τα τακτικά δρομολόγια Λαύρειο-Μασσαλία. Ακόμη, μικρά ιστιοφόρα μετέφεραν από την Πελοπόννησο ασταμάτητα τρόφιμα για το λαυρεωτικό πληθυσμό.

 

 

Καλωσόρισμα | Αρχαία Λαυρεωτική | Νεώτερο Μεταλλευτικό Λαύριο | Σύγχρονο Λαύριο
Περιβάλλον |
Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου | Συνδέσεις

Hosted & Designed by Cyberia